To να δίνεις τροφή στο νου σου δεν είναι και τόσο δύσκολο.Θα διαβάσεις,θα ψάξεις,θα μελετήσεις,θα εξασκηθείς και σιγά σιγά θα το ακονίσεις περισσότερο.Έτσι κι αλλιώς είναι στην ανθρώπινη φύση σου να το κάνεις,αργά ή γρήγορα.Homo sapiens είσαι,το λέει και το είδος σου.Το μυαλό είναι απίστευτα εκτιμητέο και πάρα πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να συναναστραφούν με άλλους που δεν διαθέτουν λίγο από αυτό.Αλλά αυτό δεν είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικό,γιατί μυαλό ΟΛΟΙ μπορούμε να αποκτήσουμε,χωρίς τόσο μεγάλη προσπάθεια όσο νομίζουμε.Το μυαλό σε έναν άνθρωπο είναι κάτι που το θαυμάζεις,το εξυψώνεις και το εκτιμάς απίστευτα,το ερωτεύεσαι,το ψαχουλεύεις και ζητάς να το χαιδέψεις. Σε αντίθεση με το μυαλό όμως,η ψυχή είναι κάτι που δε ταίζεται εύκολα και αν την αφήσεις κλεισμένη στο μπαούλο της,λιμοκτονεί.Εσύ την αφήνεις να λιμοκτονήσει.Εσύ που μόλις σου κουνήσει κόκκινη σημαία βοήθειας,απόγνωσης και απελπισίας,προτιμάς να αρπάξεις τη σημαία και να τη κάνεις χίλια κομμάτια.Εσύ,που παρότι βλέπεις ότι η ψυχή σου παραδίνεται,προτιμάς να αρπάζεις τα όπλα και να της κηρύσσεις ανελέητο πόλεμο.Εσύ,που ενώ γνωρίζεις πάρα πολύ καλά τι νιώθεις,κλειδαμπαρώνεσαι πίσω από γιγάντιες πόρτες και κάνεις χαρακίρι μόνος σου,ενώ απέξω σου βαράνε τη πόρτα με πολιορκητικούς κριούς.Παραληρείς μόνος σου σε μια γωνία του δωματίου που έχεις κλείσει τα πάντα μέσα του και ενώ ασφυκτιείς,αρνείσαι να αρπάξεις το χέρι που κρέμεται από πάνω σου γιατί φοβάσαι μήπως σε κατακρεουργήσει.Αλλά είσαι ήδη κατακρεουργημένος.Τι σου είναι μια κλωτσιά ακόμα?Φοβάσαι μην είναι χαριστική?Φοβάσαι μη σου στραπατσάρει τα μούτρα για πάντα? Ξύπνα βλάκα,σε βλέπω.Όσο και να με κοιτάς πίσω από χαμογελαστά μούτρα,σε βλέπω.Μη νομίζεις ότι είσαι αδιαπέραστος.Είσαι ολοδιάφανος και τα βλέπω όλα.Η ψυχή σου μπορεί να σφραγίζεται πάρα πολύ καλά,αλλά πολλοί διαθέτουν πολύ καλό σύστημα αποκρυπτογράφησης.Και δεν τους ξεφεύγεις.Είναι σα να σε κυνηγάει ένα αόρατο FBI και εσύ παρότι νιώθεις την αύρα του στη πλάτη σου,δε ξέρεις από που προέρχεται. Ένα πρωί,θα σηκωθείς,θα ανοίξεις την εξώπορτα του σπιτιού σου και θα βρεις μπροστά στο χαλάκι εισόδου ένα πιάτο φαγητό.Θα κοιτάξεις τριγύρω να δεις ποιος το άφησε και διστακτικά θα το πάρεις μέσα.Θα το ψάξεις,θα το σγαρλιάσεις με το πιρούνι να δεις αν κρύβει κάποιο δηλητήριο και σιγά σιγά θα το φας.Και κάθε μέρα,όταν ανοίγεις την εξώπορτά σου,θα βρίσκεις ένα πιάτο φαγητό από άγνωστο αποστολέα.Και όπως πάντα,λουφαγμένος στη γωνία σου,θα κάθεσαι και θα το τρως αμίλητος. Μια μέρα,θα ανοίξεις τη πόρτα θα δεις μπροστά σου ένα τυπάκι χαμογελαστό,με ρυτιδιασμένο πρόσωπο,αλλά χαμογελαστό.Θα σου πει καλημέρα,θα πάει να σου αφήσει το μπολάκι με το φαγητό στο χαλάκι σου κι εσύ θα τον βρίσεις,θα τον ξαποστείλεις,θα τον ρωτήσεις με ποιο δικαίωμα αφήνει έτσι αβίαστα φαγητό στη πόρτα σου και από που σε ξέρει.Εκείνος θα χαμογελάσει ακόμα πιο πλατιά και θα σου αποκριθεί ότι απλά σε ξέρει.Και καλή σου όρεξη.Εσύ θα αρπάξεις το μπολάκι,θα το πετάξεις με βία στο κεφάλι του και θα του πεις να μη ξανάρθει,να μη σε ξαναενοχλήσει ποτέ.Και όντως,δε θα σε ξαναενοχλήσει. Τις υπόλοιπες μέρες θα κάθεσαι στη γωνία σου θλιμμένος,θυμωμένος και θεονήστικος,γεμάτος τύψεις και οργή.Θα σκέφτεσαι που να είναι άραγε εκείνο το τυπάκι,τι να κάνει,πως να είναι,γιατί το κάνει.Γιατί να μη μπορείς να το κάνεις κι εσύ αυτό.Τι σου λείπει,τι δεν πήρες ποτέ.Τι δεν έδωσες ποτέ. Θα θυμηθείς εκείνη τη μέρα που έδωσες ένα κατακόκκινο,φουσκωτό μπαλόνι σε εκείνη τη γλυκούλα κοπελιά που καθόταν μόνη της στο παγκάκι και έκλαιγε.Θα θυμηθείς τη στιγμή που το έπιασε στα χέρια της και με μια βελονίτσα το έσκασε,το στραπάτσαρε και το πέταξε μπροστά στα πόδια σου.Θα θυμηθείς τις μέρες που ρήμαξες στο κλάμα εξαιτίας της. Και τότε,μέσα στην αναμπουμπούλα σου θα καταλάβεις γιατί τα πιο ήρεμα αρνάκια,μετατρέπονται σε θεριά ανήμερα.Θα σηκωθείς,θα βάλεις τη κατσαρόλα στο μάτι,θα μαγειρέψεις κάτι ξεχωριστό,σκορπώντας μέσα μια πρέζα αγάπη και μια κουταλιά τρυφερότητα και θα βγεις στο δρόμο να βρεις το χαμογελαστό τυπάκι με τη ρυτιδιασμένη φάτσα.Καλό δρόμο και καλή τύχη ανθρωπάκι.
Το κρεμαστό αεροπλανάκι πάνω από την κούνια της Ιόλης στριφογύριζε αργά-αργά πάνω από το κεφάλι της,κάνοντας την να κουνάει με δύναμη τα χεράκια και τα ποδαράκια της πάνω κάτω ξεκαρδισμένη στα γέλια.Ο μεγαλύτερος αδερφός της,ο Γιάννης,ακούμπησε το σαγόνι του πάνω στα κάγκελα της κούνιας και τσιμπούσε το μικροσκοπικό πατουσάκι της.
-Μαμά...Γιατί η μπέμπα είναι καραφλή;Δεν θα βγάλει μαλλιά;ρωτάει καθώς χαιδεύει αμήχανα τα δικά του μαλλιά.
Η μαμά του γέλασε δυνατά και πήγε κοντά του.
-Όχι Γιαννάκη...Είναι μωρό ακόμα.Ούτε εσύ είχες μαλλιά όταν ήσουν μπέμπης.Όταν μεγαλώσει,τα μαλλιά της θα γίνουν μακριά όπως όλων των κοριτσιών,του εξηγεί γλυκά και τον παίρνει στην αγκαλιά της.
Η Ιόλη βάζει το δάχτυλό της στο στόμα και το δαγκώνει απότομα.Το μικρό προσωπάκι της σοβάρεψε ξαφνικά και τα μάτια της μεγαλώνουν.Η μητέρα της την κοιτάει απορημένα.Και ξαφνικά η μικρή αρχίζει να κλαίει γοερά.Ο Γιάννης την κοιτάζει καλά καλά,δίχως να ξέρει τι να κάνει.
-Σταμάτησε να παίζει μουσική το αεροπλανάκι.Τώρα που θα το κουρδίσω θα ησυχάσει,μονολογεί η μητέρα της και τραβάει το σχοινάκι που κρέμεται κάτω από το κόκκινο,φωτεινό αεροπλανάκι.Η Ιόλη σταμάτησε αμέσως να κλαίει.Σε λίγα λεπτά,είχε ήδη αποκοιμηθεί.
Η Ιόλη πάτησε σήμερα αισίως τα 15.20/8/2004.Λίγες μέρες πριν είχε τα γενέθλιά του και ο αδερφός της που έκλεινε τα 20.Εκείνο το πρωί την είχε πάει εκείνος στο σχολείο με τη μηχανή και αποχαιρετώντας την,είχε διάθεση να την πειράξει.
-Έλεγα να σου πάρω ένα φόρεμα που είδα τις προάλλες στο Μοναστηράκι με ροζ δαντελίτσα.Κάνε λίγο τη διαφορά...Βαρέθηκα να σε βλέπω να ντύνεσαι σαν κι εμένα!της είπε και άρχισε να γελάει.Η Ιόλη συνοφρυώθηκε εκνευρισμένη.
-Κάνε καμιά βλακεία,να δεις τι έχει να γίνει!γρύλισε πραγματικά απειλητικά μέσα από τα δόντια της.Τα μάτια της είχαν στενέψει και είχαν γίνει τώρα δυό σχισμές και απομακρύνθηκε με το πρόσωπο φλογισμένο από τα νεύρα της.
Ο Γιάννης ξεροκατάπιε έκπληκτος.Πολλές φορές είχε αντιμετωπίσει επιθετικές συμπεριφορές από την αδερφή του αλλά ποτέ δεν την είχε ξαναδεί τόσο έξω φρενών.Αντικειμενικά ήξερε ότι η αδερφή του ήταν ένα όμορφο πλάσμα.Κόκκινα μακριά μαλλιά,γκρίζα μάτια και ένα σώμα που είχε σχηματίσει πρώιμες καμπύλες πριν την ώρα του.Ένα σώμα που το έκρυβε μέσα σε φαρδιά παντελόνια που κάλυπταν κάθε σχηματισμό πάνω της.Οι φίλοι του τον πείραζαν συχνά και του έλεγαν για την ομορφιά της Ιόλης και το πόσο γοητευτική και ελκυστική θα ήταν αν δεν είχε αυτό το ανδρόγυνο στιλ.Θυμάται καθαρά εκείνο το απόγευμα πριν αρκετά χρόνια που η μάνα του είχε πάει να τη γράψει στη σχολή μπαλέτου και εκείνη όταν γύρισαν σπίτι,κυλιόταν στο πάτωμα σπαρταρώντας από το κλάμα."Γράψε με στο ποδόσφαιρο" έλεγε και ξανάλεγε ώσπου κατάφερε να μας πείσει όλους ότι πραγματικά αυτό έπρεπε να κάνουμε.
-Ιόλη χτένισε τα μαλλιά σου επιτέλους!Έχουν μακρύνει,έχουν γίνει τόσο ωραία και τα αφήνεις χιλιομπερδεμένα!Έλα να σε χτενίσω...φώναζε καθημερινά σχεδόν η μητέρα τους αλλά το μόνο που κατάφερνε να συμβεί ήταν να ακούσει τα τζαμάκια της εξώπορτας να τραντάζονται καθώς η Ιόλη έκλεινε με φόρα την εξώπορτα στο διάβα της.
Η Ιόλη δεν μπόρεσε ποτέ να διατηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα φίλες.Ο Γιάννης ποτέ δεν μπόρεσε να το καταλάβει αυτό.Ήξερε ότι η αδερφή του έκρυβε ένα πολύ επιθετικό και μυστήριο προφίλ,αλλά αυτό δεν δικαιολογούσε το γεγονός ότι δύσκολα κρατούσε ένα κορίτσι δίπλα της φιλικά.Όταν έβγαινε έξω,συνεχώς συναντιόταν με το Νίκο,τον Πέτρο και τον Σίμο,τους τρεις της "κολλητούς" που με τίποτα δεν μπορούσε να καταλάβει πως γινόταν να την κάνουν παρέα.Γύρω στα 15 της είχε μόνο αποκτήσει μια καινούρια φίλη,την Κλειώ,η οποία ουδεμία σχέση είχε με τη αδερφή του.Παρόλα αυτά βγαίνανε συχνά έξω και πολλές φορές την είχε συναντήσει σπίτι τους να κουβεντιάζει με την Ιόλη ή να βλέπουν ταινία παρέα.Μέχρι εκείνο το βράδυ που ακόμα και η τελευταία του υποψία επιβεβαιώθηκε.
Η Ιόλη καθόταν στον καναπέ του σαλονιού με την Κλειώ και βλέπανε μια ταινία.Κατά τη διάρκεια της ταινία σταματούσανε συχνά,σχολιάζανε ή κάνανε πλάκα και πειράζανε η μία την άλλη.Ο Γιάννης συνέχισε να στέκεται πίσω από την πόρτα της κουζίνας και να τις κοιτάζει ερευνητικά,πίσω από το σκοτάδι που έφτιαχναν τα στόρια.Η Ιόλη είχε σκύψει στον ώμο της Κλειώς.Το βλέμμα της Κλειώς απλανές.Το βλέμμα της αδερφής του όμως...Όχι.Δεν είχε δει καλά.Έκλεισε το στόμα του με το χέρι του για να μην βγει ούτε λέξη από το στόμα του.
-Τι κάνεις;;;;;;;;;;Είσαι ανώμαλη;;;;;;Φεύγω!άκουσε την Κλειώ να ψελλίζει και την είδε να μαζεύει τα πράγματά της και να φεύγει βιαστικά.Αυτό που διάβασε μετέπειτα στα μάτια της αδερφής του,ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να δει.Την πλησίασε αργά και κάθισε δίπλα της.
-Δεν το ήξερα ότι είσαι...μουρμούρισε άναυδος ο Γιάννης.
-Λεσβία;Δεν το ήξερες ή δεν ήθελες να το αποδεχτείς;έσκισαν τα λόγια της τον αέρα σαν σφαίρες και τον χτύπησαν κατάστηθα.Ο Γιάννης ξεροκατάπιε και προσπάθησε να συνέλθει.
Η Ιόλη σηκώθηκε απότομα από τον καναπέ και ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα.
-Χτένισε τα μαλλιά σου γαμώτο!άκουσε τη μητέρα της να τη φωνάζει από το δωμάτιό της.
Εκείνη προσπέρασε το δωμάτιο και μπήκε στην τουαλέτα.Κλείνοντας την πόρτα,την κλείδωσε πίσω της.Τράβηξε το πρώτο συρτάρι απότομα σκορπίζοντας στο πάτωμα το μισό περιεχόμενό του.Τα χέρια της ψαχουλεύανε νευρικά μέχρι που τράβηξε ένα μεγάλο ψαλίδι.Κοίταξε τον εαυτό της μπροστά στον καθρέφτη.Του χαμογέλασε.Τα μάτια της της φάνηκαν λίγο κουρασμένα και είχε μαύρους κύκλους.Όμως το χαμόγελο στα χείλη της άστραφτε.Κυριολεκτικά.Άρπαξε με δύναμη την πρώτη τούφα από τα μακριά μαλλιά της.Με μια ψαλιδιά,μια τούφα μαλλί έπεσε στο νιπτήρα.Η Ιόλη συνέχιζε με μανία να ψαλιδίζει.Έκλεισε τα μάτια της και άκουγε μόνο τον ήχο του ψαλιδιού που κόβει.Προσπαθούσε μέσα της να κάνει τον παραλληλισμό που σκεφτόταν αλλά το μυαλό της ήταν μπλοκαρισμένο.Έκοβε και ξαναέκοβε με τον ήχο του ψαλιδιού να ακούγεται ακόμα πιο διαπεραστικός στα αυτιά της.Βασανιστικός.Και τότε κατάλαβε τι της θύμιζε ο ήχος του ψαλιδιού.Της θύμιζε τον τρόπο που πολλοί ψαλιδίζανε τα συναισθήματα,τους ανθρώπους,τις προσωπικότητες,αυτούς που εκείνοι θεωρούν στραβούς,κουτσούς και ανάποδους.Κάθε ψαλιδιά της θύμιζε το κόψιμο και το ράψιμο με το οποίο πολλοί προσπαθούσαν να φτιάξουν τον κόσμο τους.Μέσα από γαζιά,κλωστές και ξέφτια.Άνοιξε τα μάτια της και έδωσε την τελευταία ψαλιδιά στα μαλλιά της.Έκοψε την καρδιά της,το είναι της,τη φύση της.Σκέφτηκε μήπως υπήρχαν τελικά ειδικές μεταξωτές κλωστές που δένουν τα πάντα άρρηκτα.Αλλά το ξανασκέφτηκε.Άφησε το ψαλίδι πίσω στο συρτάρι και βγήκε από την τουαλέτα.Οι τούφες από κόκκινα μαλλιά στον νιπτήρα έμοιαζαν πραγματικά με φλόγες.
10 Απριλίου 1989.Γεννιέσαι.Η μητέρα σου σε κρατάει στην αγκαλιά της στοργικά,σχεδόν προστατευτικά και τα μάτια της πλημμυρίζουν από δάκρυα ευτυχίας και περηφάνιας.Εσύ ίσα που ανοίγεις τα ματάκια σου στην απόχρωση του ξεπλυμένου γαλάζιου που μοιάζουν να χαμογελούν.Είναι νωρίς ακόμα γι' αυτά να αντιμετωπίσουν τη σκληρότητα και την απόρριψη.Ο πατέρας σου σε κοιτάζει και σε καμαρώνει.Είσαι πολύ όμορφο μωρό.Ο κάθε γονιός θα ήθελε να σε αποκτήσει."Όταν μεγαλώσεις,θα τρελαίνεις πολλά θηλυκά στο διάβα σου μικρέ μου!"αναφωνεί ο μπαμπάς σου καθώς χαιδεύει τα μικροσκοπικά δαχτυλάκια σου.Εσύ ανοιγοκλείνεις το στοματάκι σου και βγάζεις άναρθρες κραυγές...Διαφωνείς μαζί του άραγε;Συμφωνείς;Κανείς δεν ξέρει...
Είσαι πια 10 χρονών.Στην παιδική χαρά που σε έχει πάει η μητέρα σου για να παίξεις,τα υπόλοιπα αγοράκια κλωτσάνε με μανία σχεδόν μια ξεφούσκωτη μπάλα και σπρώχνονται μεταξύ τους.Εσύ παραμένεις καθισμένος στην κούνια με τα πόδια σου στηλωμένα στο χώμα.Το βλέμμα σου αλλάζει εκφράσεις ασταμάτητα.Άλλοτε γίνεται απλανές,και άλλοτε θολώνει και σκοτεινιάζει.Φόβος.Αυτό είναι που νιώθεις.Και όσο περνάει η ώρα,τόσο τον νιώθεις να γιγαντώνεται μέσα σου.
-Άγγελε,πήγαινε να παίξεις κι εσύ ποδόσφαιρο με τα παιδιά,τον προτρέπει η μητέρα του αλλά με επιφυλακτικότητα.
-Δεν θέλω.Δεν μ'αρέσει το ποδόσφαιρο,απαντάς κοφτά χωρίς καν να κοιτάξεις την μητέρα σου στα μάτια.
Αντιθέτως,τα μάτια σου έχουν καρφωθεί στην Λυδία.Όχι ακριβώς στη Λυδία.Αλλά στην κατάξανθη κούκλα με το φούξια φορεματάκι που κρατάει στα χέρια της.Ο τρόπος που λαμπιρίζουν τα μαλλιά της στον ήλιο και η κίτρινη,πλαστική βούρτσα με το μπλε διαμαντάκι που κρατάει η Λυδία για να την χτενίσει,σου μαγνητίζουν το βλέμμα και σε κάνουν να νιώθεις ένοχος.Γυρίζεις κατευθείαν το πρόσωπό σου από την άλλη μεριά και αμέσως χαμηλώνεις τα μάτια σου.Ντρέπεσαι.Η Λυδία είναι κορίτσι.Και οι κούκλες δεν είναι παιχνίδια για αγόρια.Όλοι το ξέρουν αυτό.
-Άγγελε είσαι καλά;σε ρωτάει η μητέρα σου.
-Μαμά θέλω να φύγουμε.Βαριέμαι εδώ.Πάμε σπίτι,μουρμουρίζεις σιωπηλά και τινάζεσαι αμέσως όρθιος να φύγεις.
-Μα περίμενε λίγο,κάνε τουλάχιστον λίγη τσουλήθρα,λίγη τραμπάλα...Έχει τόσα παιδιά εδώ...Είναι κρίμα να γυρίσουμε σπίτι.
-Όχι.Θέλω να πάω σπίτι,επιμένεις και απομακρύνεσαι περισσότερο από τη μητέρα σου.
Άγγελος Αυλωνίτης,23/5/2010.
Το ήξερα.Νομίζατε ότι θα ήμουν τόσο αφελής ώστε να μην είχα καταλάβει ότι είμαι ομοφυλόφιλος από τόσο νωρίς;Το θέμα μου δεν ήταν να το καταλάβω όμως.Αλλά να το αποδεχτώ.Από τη στιγμή που δεν αποδεχόμουν εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου,δεν περίμενα να με αποδεχτούν και όλοι οι υπόλοιποι.Κυκλοφορούσα σε gay bars που ήξερα ότι ποτέ δεν θα επισκεπτόταν κάποιος γνωστός μου,αλλά και πάλι με κυρίευε ο τρόμος,ακόμα και όταν υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κάτσω άνετος να πιω το ποτό μου και να χορέψω.Η μητέρα μου το είχε καταλάβει από νωρίς ότι δεν ήμουν σαν τα υπόλοιπα αγόρια.Παρόλα αυτά εννοείται φυσικά ότι δεν μιλούσε.Όχι γιατί φοβόταν η ίδια.Αλλά γιατί φοβόταν την αντίδραση του πατέρα μου.
Στο λύκειο πέρασα άσχημα χρόνια.Άκουγα σχόλια για την εμφάνισή μου,τον τρόπο που μιλούσα,που περπατούσα,που έφτιαχνα τα μαλλιά μου,που κοιτούσα...Οτιδήποτε πάνω μου αποτελούσε αντικείμενο προσφερόμενο για σχολιασμό.Δεν μπορούσα να κουβεντιάσω χωρίς να με κατακρίνουν,να εκφέρω γνώμη χωρίς να με χλευάσουν ή να εκφραστώ ελεύθερα χωρίς να με εμποδίσουν.Ο πρώτος μου έρωτας ήταν ο Στέλιος.Και για κακή μου τύχη δεν ήταν ομοφυλόφιλος.Φαντάζεστε ελπίζω τον τρόμο μου ή τον πόνο που ένιωθα κάθε φορά που το βλέμμα μου διασταυρωνόταν με το δικό του.Ένα μεσημέρι καθώς καθόμουν στο διπλανό θρανίο από εκείνον και τον κοίταξα φευγαλέα,με κατάλαβε και παίρνοντας ένα σαρδόνιο,ειρωνικό χαμόγελο μου είπε:"Τι κοιτάς κοριτσάκι μου;Με λιμπίζεσαι;"Ο Στέλιος τότε μου είχε δώσει το πρώτο,δυνατό χτύπημα.Γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο παρείσακτος,πόσο αφύσικος ήμουν για πολλούς.Για τους περισσότερους δυστυχώς.
Την πρώτη μου πραγματική ερωτική επαφή την είχα με τον Τάσο πριν 2 χρόνια.Ζούσαμε στην ίδια πόλη με ελάχιστα τετράγωνα απόσταση.Κυκλοφορούσαμε μαζί σαν φίλοι και φροντίζαμε να μην δείχνουμε ότι είμαστε ζευγάρι.Η φίλη μου η Ναταλία που παρεπιπτόντως παραμένει η καλύτερη φίλη μου μέχρι και τώρα,φρόντιζε να μας καλύπτει χρησιμοποιώντας πολλές,πετυχημένες δικαιολογίες.Ο Τάσος με ρωτούσε συχνά γιατί δεν ήμουν διαχυτικός και γιατί δεν του έδειχνα ποτέ τη τρυφερότητά μου δημοσίως.Δεν ήταν παράλογο είπε δυό άνθρωποι έστω και του ίδιου φύλου να είναι ερωτευμένοι και να το δείχνουν.Για εκείνον ήταν τόσο απλά τα πράγματα.Γεγονός που ακόμα και τώρα,μετά από δύο χρόνια απορώ πως ήταν δυνατόν να τον κρατούσε τότε ψύχραιμο."Αφήσου."μου έλεγε "Αφήσου και ξέχνα τι μπορεί να λένε.Σε θέλω και με θέλεις,αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό;..."Όχι Τάσο.Δεν ήταν αρκετό.Είμαστε ομοφυλόφιλοι,όχι straight.Μπορούμε να εκφραζόμαστε ελεύθερα μόνο σε gay friendly χώρους και ο κόσμος θα μας κοιτάξει σαν να είμαστε εξωγήινοι αν τολμήσω έστω να σου κρατήσω το χέρι καθώς περπατάμε παρέα στο δρόμο.Ο Τάσος δεν με άκουγε ποτέ βέβαια.Ήταν εκ φύσεως άνθρωπος που υποστήριζε την σεξουαλική του ταυτότητα και θεωρούσε τον εαυτό του όμοιο με όλους τους υπόλοιπους straight ανθρώπους.Έτσι ήθελε να υποστηρίζει δηλαδή.Γιατί για εμάς τους ομοφυλόφιλους αποτελεί μια προσδοκία,ένα όνειρο,το να ενταχτούμε στην κοινωνία και να είμαστε αποδεκτοί από όλους.Δεν είναι κάτι δεδομένο.Είναι κάτι που χρειάζεται αγώνα.Κατανόηση πάνω απ'όλα.Αλλά η μόνη που με κατανοεί είναι η Ναταλία.Εκείνη ήταν η πρώτη που προσπάθησε να με καλύψει όταν μια ομάδα συμμαθητών μου με είχε δει τυχαία στο δρόμο να φιλιέμαι με τον Τάσο.Τι να καλύψει δηλαδή;...Tα ακάλυπτα;...
Το επόμενο πρωινό στο σχολείο βρέθηκα στριμωγμένος στο υπόστεγο του πίσω προαυλίου.Τριγύρω μου υπήρχαν δαίμονες.Γιατί αυτούς δεν μπορώ ακόμα να τους χαρακτηρίσω άνθρωπους.Η έκφραση που είχαν όλοι στο πρόσωπό τους δεν ήταν ανθρώπινη.Τα χέρια τους ήταν σφιγμένα γροθιές και το στόμα τους εκσφενδόνιζε λέξεις που με χτυπούσαν σαν μαστίγια.Ένας από αυτούς με έσπρωξε και κόλλησα στον τοίχο.Καθώς είμαι μικρόσωμος και αδύνατος,δεν του ήταν δύσκολο.
-Τι έκανες χτες ρε πούστη με την γκόμενά σου;Φιλάκια,αγκαλίτσες και ναζάκια;Το βράδυ δοκιμάζετε παρέα τις γοβίτσες σας;Φέρσου τώρα σαν άντρας ρε!Χτύπα με!ΧΤΥΠΑ ΜΕ ΡΕ!Δύναμη δεν έχεις;ξεφώνιζε ένας από αυτούς.
Δύναμη δεν είχα.Ψέματα να πω;Αλλά και να είχα γιατί να τους χτυπούσα;Δεν ήθελα και ας με απειλούσαν.Και ας με ξεφτίλιζαν με αυτόν τον τρόπο.Το κεφάλι μου χτύπησε με δύναμη στις πλάκες του προαυλίου.Το δεξί μου μάτι θόλωσε και δυσκολευόμουν να δω.Όλα έγιναν σκιές.Οι φωνές ακούγονταν σαν από μίλια μακριά.Μάζεψα τα γόνατά μου στο στήθος και έσφιξα τα δόντια μου.Τα μάτια μου καίγανε από την προσπάθειά μου να μην χύσω ούτε ένα δάκρυ.Οι φωνές στη συνέχεια απομακρύνθηκαν.Και μετά σιωπή.
Αν θα μπορούσα...
Αν θα μπορούσα θα χτύπαγα τους τοίχους σου σαν πολιορκητικός κριός
Να γκρεμίσω τους πύργους που σε πλαισιώνουν
Δίχως να ανησυχώ για το αν θα καλυφθείς από τα συντρίμμια.
Νομίζεις οι τύψεις δεν σε παγώνουν
Όταν μόνος περπατάς στου αγνώστου τα καλντερίμια;
Τη μοναξιά λες τη κρατάς σαν οδηγό
Και μετράς τους άσσους σου έναν προς έναν.
Όμως αυτός που θα σε σώσει δεν θα είμαι εγώ
Και στην παράσταση δεν θα παίζεις με κανέναν.
Αν θα μπορούσα θα τριγύριζα τον κόσμο όλο
Να μάθω όλες τις κρυφές και άγνωστες λέξεις.
Θα τις έσπερνα στου μυαλού σου το θόλο
Ώστε να ξέρεις το χάος πως να το αντέξεις.
Σου έδωσα το χέρι μου και το έκοψες.
Ήθελες μόνος σου να κρατάς τα τείχη.
Τόσες λέξεις,τόσους ήλιους μου τους έκαψες.
Άλλη μάγισσα είπες σου ευνοούσε τη τύχη.
Αγάπες,χρώματα,όνειρα τρελά,όλα κλεισμένα σε μια κιβωτό.
Κατακλυσμοί,τυφώνες,βροχές,όλα στα βάθη του μυαλού μου δαμασμένα.
Να μου δώσεις μια ευκαιρία ακόμα σου ζητώ
Αλλά οι πόρτες και τα μάτια σου είναι καιρό τώρα κλειδωμένα.
Αν θα μπορούσα θα γινόμουν ο πιο δίκαιος κριτής,
Να ξεχωρίζω το ψέμα από την αλήθεια,
Να μετράω τις ψυχές και τις καρδιές ολονυχτίς
Και να μη με βρίσκεις όταν ψάχνεις για βοήθεια.
Νόμιζες ότι η ζωή είναι παιχνίδι που ρισκάρεις χωρίς σκέψη.
Τα όνειρα και όχι η πραγματικότητα είναι οι στιγμές μας.
Όμως τόση αγάπη,τόση θυσία ποιός να την αντέξει
Όταν σε αρένα του τσακισμένου ονείρου ματώνουν οι ζωές μας;
Αγόραζες χρυσό και ασήμι χωρίς ποτέ να δίνεις κάτι πίσω.
Ξοφλούσες τα χρωστούμενα με πορσελάνινα προσωπεία
Ραγισμένα,άχρηστα και όλο με άφηνες να σε αφήσω.
Αρρώσταινες στις λέξεις στοργή,ψυχή και αυτοθυσία.
Και αφού λοιπόν αρρώστησες και η περηφάνια σου εξατμίζεται,
Άκου λοιπόν,πάντα να το κρατάς,
Εσύ παλεύεις να κερδίσεις,τίποτα δεν σου χαρίζεται,
Και αυτό που σου χαρίζεται μάθε να το αγαπάς.
Ήξερε ότι είχε φτερά.Ήξερε ότι μπορούσε να πετάξει.Αλλά επίσης ήξερε ότι μόνο αυτός το παραδεχόταν.Το όνομά του το ξεχνούσε.Σπάνια το θυμόταν.Άλλωστε δεν τον ένοιαζε και πολύ.
Δε θύμιζε τους άλλους αγγέλους.Ήταν πολύ διαφορετικός απ'αυτούς.Δεν είχε ξανθά,χυτά μαλλιά και τα μάτα του δεν θύμιζαν διόλου το χρώμα της θάλασσας.Εκείνος ήταν αδύνατος,χλομός,και τα μαλλιά του,αν και σγουρά,ήταν καστανά και θαμπά,όπως όλη του η εικόνα.Όπως και οι υπόλοιποι φτερωτοί φύλακες που υπήρχαν στο κόσμο,προστάτευε εκείνη.Εκείνη τη εικοσάχρονη θηλυκή ύπαρξη,τη Νεφέλη.
Ο άγγελος εκείνο το βράδυ περιπλανιόταν στα σοκάκια της γειτονιάς της.Και απορούσε γιατί.Χρόνια τώρα είχε πέσει ομίχλη σε αυτή τη γειτονιά.Σ'εκείνο το παράθυρο με το ραγισμένο τζάμι που έφερνε το κρύο στο δωμάτιο της Νεφέλης.Τα βράδια καθόταν στο πεζούλι και κοιτούσε τη ζωή γύρω της,με τα μάτια της να πλανιούνται αργά στο δρόμο,λες και ήξερε ότι δεξιά,πίσω απο έναν φράχτη καλυμμένο με κισσό βρισκόταν ο άγγελός της.Και τότε κατέβαινε απο το πεζούλι,πάταγε πάνω στο κρεβάτι της και ξαναέκλεινε το παράθυρο.Τα φτερά εκείνα που τρεμούλιαζανστο δροσερό,καλοκαιρινό αέρα,της έφερναν σύγχυση.
Τα φτερά του τρεμούλιαζαν συχνά τον τελευταίο καιρό.Ήταν ο μόνος άγγελος που είχε ένα φτερό τσακισμένο.Και τη καρδιά το ίδιο.Η Νεφέλη δεν τον θυμόταν ποτέ να χαμογελάει.Ούτε κι αυτή χαμογελούσε συχνά.Μια φορά που μπήκε στο δωμάτιό της και κατάφερε να της μιλήσει,ήταν πικραμένος.Τα μάτια του,λαμπερά και καταπράσινα,καθρέφτιζαν το κάθε συναίσθημα που έκρυβε μέσα του.Μιλούσε πολύ λίγο,αλλά όταν το έκανε,όλοι κρέμονταν απ' τα χείλη του.Όλοι,εκτός απ' τη Νεφέλη.Δεν ήξερε γιατί αυτός ο άγγελος δεν της φαινόταν αληθινός.Έβλεπε τα φτερά του.Έβλεπε και την ανθρώπινη όψη του και σκεφτόταν πως εκείνος διέφερε απο τους υπόλοιπους αγγέλους.Δεν είχε δει ποτέ της άλλον άγγελο,αλλά ήταν απόλυτα σίγουρη πως ήταν ξεχωριστοί και δεν έμοιαζαν στον δικό της.Του μιλούσε.Του μιλούσε και φοβόταν.Η ουράνια μορφή του την τρόμαζε.Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του να μιλήσει,η καρδιά της σφιγγόταν.Είχε πάντα τη ψευδαίσθηση ότι θα της ξεστόμιζε τιμωρίες για λάθη που μπορεί να μην είχε κάνει κ ότι θα της φόρτωνε το βάρος των αμαρτιών της.Άλλωστε συνηθισμένη ήταν σε κακεντρεχή σχόλια των συνομίληκών της.Και για όλα έφταιγε τι?Το χρώμα των μαλλιών της.Κατακόκκινο σαν τη φωτιά και εκτυφλωτικό.Αλλά είχε βαρεθεί πια την ειρωνεία.Τη φράση "με καροτόζουμο λούζεσαι?" την άκουγε πιο συχνά και απο την καλημέρα.Ίσως κι αυτός να ήταν τελικά ο λόγος που ήταν τόσο επιθετική.Άκουγε συχνά μερικές παλιές προλήψεις που έλεγαν πως οι κοκκινομάλληδες,δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τερατογένεση της φύσης και είναι καταραμένοι με αμαρτίες και λάθη που τα σπέρνουν στους γύρω τους,σαν σπόρους σε χωράφια.Τα γκρίζα μάτια της πετάριζαν γεμάτα απορία."Φταίω που είμαι κοκκινομάλλα?Μα γιατί όλοι τους είναι τόσο στενόμυαλοι και επιπόλαιοι?Δεν είμαι τίποτα άλλο,παρά ένας άνθρωπος σαν όλους σας.Ζω όπως ζείτε εσείς,μιλάω όπως μιλάτε εσείς και σκέφτομαι όπως σκέφτεστε κι εσείς.Δε γεννήθηκα ούτε για να φέρω μίσος και πόνο,ούτε είμαι ο Διάολος!Χτες έτυχε να ακούσω μια περαστική να με σχολιάζει στον σύντροφό της.Του έλεγε πως είμαι ένα προιόν μετάλλαξης που δημιουργήθηκε απο τη πολλή ζάχαρη και τον έρωτα.Γιατί τι είναι ο έρωτας?Αμαρτία?Αν δεν υπήρχε έρωτας,δεν θα υπήρχε ούτε αγάπη,ούτε κόσμος.Σίγουρα κάποιος σε αυτή την ιστορία είναι υπερβολικός.Βαρέθηκα πια."έγραψε στο ημερολόγιό της ένα βράδυ που γύρισε για άλλη μια φορά συντετριμμένη σπίτι της.
Ο άγγελος διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα λόγια της Νεφέλης καθώς ξέπλεκε τα γένια του με τα δάχτυλά του.Γιατί νόμιζε ότι κάπου τα είχε ξαναδεί αυτά τα λόγια?Κάπου βαθιά στο κεφάλι του,παραπονιόταν και η δική του συνείδηση.Κι αυτός διέφερε απο τους υπόλοιπους αγγέλους.Ήταν μελαχρινός,αδύνατος,οξύθυμος και μελαγχολικός.Τέσσερα πράγματα άγνωστα στους άλλους αγγέλους."Δεν είμαι τίποτα άλλο,παρά ένας άνθρωπος σαν όλους σας."Ο άγγελος έπιασε ένα στιλό απο τη μολυβοθήκη δίπλα του και έγραψε πάνω απο τη λέξη άνθρωπος,τη λέξη άγγελος.Τη κοίταξε για αρκετή ώρα.Άγγελος!Τι ωραία λέξη!Και τι ωραίο πλάσμα!Τα μάτια του λαμπίρισαν ζωηρά και το στιλό άρχισε να κουνιέται ανεπαίσθητα στο χέρι του.Και τότε ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε στη μαύρη μπλούζα που φορούσε μέσα στο κατακαλόκαιρο.Το βλέμμα του ξαναθόλωσε και η όψη του σκοτείνιασε.
-Τι κάνεις εκεί άγγελε?τον έκοψε μια γνωστή,γυναικεία φωνή που άνηκε στη κάτοχο του ημερολογίου που είχε μπροστά του.
Η φωνή της έτρεμε και ο άγγελος το πρόσεξε.Γύρισε επιτόπου τη καρέκλα που καθόταν προς το μέρος της και της μίλησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.Ήταν αρκετά ταραγμένη και έπρεπε να την ηρεμήσει.
-Διαβάζω το ημερολόγιό σου.Ξέρω ότι σε πείραξε αλλά δεν με ενοχλούν όσα γράφεις.Ξέρω ότι ενοχλείσαι επίσης με τους υπόλοιπους συνομίληκούς σου που σε χλευάζουν.Και ηρέμησε.Κατάλαβέ το.Δεν έχω σκοπό να σε τιμωρήσω.
Της χάρισε ένα θλιμμένο χαμόγελο.Εκείνη τινάχτηκε παραξενεμένη.Δεν το ήξερε πως ο άγγελος γνώριζε τι σημαίνει χαμόγελο.Απλά δεν το χρησιμοποιούσε.Σχεδόν ποτέ.Έκατσε στο κρεβάτι απέναντί του και τον κοίταξε επίμονα.
-Το όνομά μου το ξέρεις?τον ρώτησε.
-Φυσικά.Νεφέλη.
-Το όνομά σου το ξέρεις?
Τον αποστόμωσε.Όχι μόνο επειδή του το 'πε απότομα,αλλά κι επειδή πράγματι δεν θυμόταν το όνομά του.Γενικά,δεν θυμόταν πολλά πράγματα για τον εαυτό του.Έστιψε το μυαλό του και αφού έφερε μερικές στιγμές στη μνήμη του,το θυμήθηκε.
-Άβελ,της είπε χαμηλότονα.
-Άβελ?Όπως Άβελ και Κάιν?Ένας απο τους γιούς των πρωτόπλαστων?
-Όχι.Άβελ όπως Άβελ,ο άγγελος με τα μαύρα ρούχα,την ανθρώπινη φύση και το αρσενικό φύλο.Οι άγγελοι είναι άφυλοι.Εγώ δεν είμαι.Είμαι άντρας.Σαν το πλάσμα που έλκει τις γυναίκες.Άντρας,σαν αυτούς που έχεις ανάμεσά σου.Σαν αυτούς που κρατάνε μέσα τους ανώριμη ζωή.
-Τότε δεν είσαι άγγελος.Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο.Είναι ουδέτερα πλάσματα.Άρα εσύ δεν μπορείς να είσαι άγγελος.Είσαι κάτι άλλο.Ένας άγιος με φτερά ίσως...
-Μπορεί και να μην είμαι.Μπορεί και να 'μαι πράγματι αυτό που λες.Αλλά έχω σταλεί για να σε φυλάω.Ζω όπως ένας άγγελος...
-Και αισθάνεσαι όπως αισθάνεται ένας άνθρωπος.
-Αλλά ζω όπως ζει ένας άγγελος.
Της το 'πε και ράγισε η καρδιά του καθώς την έβλεπε να χαμογελά ειρωνικά.Αλλά δεν έπρεπε να την εγκαταλείψει.Ακόμα κι αν τον πλήγωνε,ήξερε ότι βαθιά κάπου μέσα της,εκείνη η ζωντανή φωτιά,τον χρειαζόταν.Ήταν αρκετά έξυπνος για να της δώσει μια σωστή απάντηση,αλλά δεν ήταν έξυπνος για να την πληγώσει με την απάντησή του.
-Οι άγγελοι δεν είναι ούτε μαυροντυμένοι,ούτε μελαγχολικοί σαν κι εσένα.Δεν σ'έχω δει ποτέ να χαμογελάς.Τουλάχιστον εγώ.Πως μπορείς και είσαι άγγελος όταν οι υπόλοιποι άγγελοι σαν κι εσένα γνωρίζουν τι σημαίνει χαρά?Εσύ αμφιβάλλω αν γνωρίζεις το νόημά της και αν έχεις αισθανθεί ποτέ χαρούμενος.
-Και τα φτερά στη πλάτη μου γιατί υπάρχουν Νεφέλη?
Αυτό την έκανε να σωπάσει και να σκεφτεί λιγάκι.Ένας κοινός άνθρωπος,ούτε με τερατογένεση δεν υπήρχε περίπτωση να γεννήσει ένα παιδί με φτερά.Ένιωθε μεγάλη περιέργεια για εκείνα τα φτερά.Το πρόσωπό του ήταν καθαρά αντρικό,όχι όπως των αγγέλων που έβλεπε στα βιβλία,που το πρόσωπό τους δεν θύμιζε ούτε άντρα,αλλά ούτε και γυναίκα.Σηκώθηκε απο το κρεβάτι και τον πλησίασε αργά.Άπλωσε το χέρι της πάνω στο δεξί του φτερό και έμπλεξε τα δάχτυλά της ανάμεσα στα πούπουλα.Αδύνατον!Η υφή τους θύμιζε την υφή που έχουν τα φτερά των σπουργιτιών.Γλίστρησε το χέρι της στη κορυφή της φτερούγας και πρόσεξε ότι ήταν ενωμένα με το σώμα του.Τράβηξε εντυπωσιασμένη το χέρι της και ψέλισσε:
-Eίναι αληθινά Άβελ?
-Όπως τα βλέπεις και σε βλέπουν,της απάντησε εκείνος και η φωνή του ήχησε πολύ,μα πολύ απαλή.
-Μα γιατί όμως είσαι άντρας?Οι άγγελοι είναι άφυλοι.
-Ο άντρας δεν κάνει τον άγγελο,ούτε ο άγγελος τον άντρα.Ο Πατέρας μου επέλεξε να είμαι άντρας και τον ευχαριστώ για ότι κι αν με έκανε.
-Υπάρχουν παρόμοιες γυναίκες-αγγέλοι?
-Υπάρχουν αλλά δεν έχουν φτερά.
-Γιατί?
-Γιατί είναι θνητές.Και όμορφες,σαν παραδεισένια λουλούδια.
Η Νεφέλη χαμήλωσε τα μάτια και χαμογέλασε.
-Μιλάς σαν άνθρωπος.Αλλά μιλάς υπέροχα.
-Δε μπορώ να μιλήσω αλλιώς.
-Δηλαδή εννοείς ότι αφού είσαι άντρας,σ'αρέσουν γυναίκες θνητές?Εννοώ...Ερωτεύεσαι?ρώτησε διστακτικά η Νεφέλη αν και πίστευε πως η ερώτηση αυτή δεν μπορούσε να απαντηθεί ξεκάθαρα.
-Δεν ερωτεύομαι,αγαπάω.
-Ποια αγαπάς?
-Δεν είναι ώρα να σου πω Νεφέλη...της απάντησε ο Άβελ με μια μικρή αινιγματικότητα στη φωνή του.
Η Νεφέλη δάγκωσε ντροπιασμένη τα χείλη της και μαζεύτηκε στη γωνία του κρεβατιού σωπαίνοντας.Ο άγγελος αντίθετα ξαναχαμογέλασε και στράφηκε προς το μέρος της.
-Δε με πείραξε καθόλου που με ρώτησες κάτι τέτοιο.Απλώς δεν είναι ώρα να σου απαντήσω.Λοιπόν,ρώτα με ότι θες.Σε ακούω με σεβασμό και κατανόηση.
Σεβασμός?Ποιός της έδειχνε ποτέ σεβασμό?Η Νεφέλη συγκράτησε την έκπληξή της και τον ρώτησε κάτι που την απασχολούσε.
-Αλήθεια,ξέρεις την ηλικία σου?
-Εικοσιδύο.
-Είσαι εικοσιδύο χρονών και μιλάς τόσο ώριμα?
-Δε παίζει ρόλο η ηλικία Νεφέλη.Το μυαλό παίζει ρόλο.
-Που είναι ανώτερο απο το μυαλό του ανθρώπου.Τουλάχιστον ξέρει πως να απομακρύνει τις κακές σκέψεις.Έτσι δεν είναι?
-Αν ήξερε πως να το απομακρύνει,δεν θα 'μουν μελαγχολικός,όπως εσύ λες,ούτε απόμακρος,της απάντησε ο άγγελος με φωνή σπασμένη.
Η Νεφέλη σίγουρα δεν αισθανόταν έτσι όπως αισθανόταν λίγα λεπτά πριν.Αυτός ο άγγελος προσπαθούσε έμμεσα να της κραυγάσει κάτι.Και εκείνη είχε ανάγκη να του μιλήσει.Πίστευε πως έπρεπε να αφήσει τον άγγελο να αγγίξει τη ψυχή της.Και ναι,νοιαζόταν κι εκείνη γι αυτόν,αναρωτιόταν γιατί τα μάτια του ήταν λυπημένα.Ακόμα κι αν δίσταζε να το παραδεχτεί,ο Άβελ ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της,αυτό που την κρατούσε όταν έπεφτε.
-Γιατί είσαι πάντα λυπημένος?Θέλω να μου μιλήσεις.
-Γιατί πάντα λυπημένη είσαι κι εσύ.
Η Νεφέλη ξαφνιάστηκε με την απάντησή του,περισσότερο απ'όσο έπρεπε.
-Θες να μου πεις δηλαδή πως κάθε φορά που είμαι λυπημένη,λυπημένος είσαι κι εσύ?
-Αυτό ακριβώς μετάφρασέ το λέξη προς λέξη.Όπως και κάθε φορά που πονάς,πονάω κι εγώ.Και κάθε φορά που χαίρεσαι,χαίρομαι κι εγώ.
Η νεαρή κοκκινομάλλα που είχε μπροστά του τον κοιτούσε έκλπηκτη.Δεν μπορούσε να παραδεχτεί πως αυτός ο χλομός,φτερωτός άντρας ένιωθε μέχρι και τον πόνο της,όταν εκείνη χτυπούσε.
-Σε αισθάνομαι ακόμα κι όταν κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και τον θαυμάζεις,της είπε καθώς τη κοιτούσε.
-Γιατί έχω κάτι να θαυμάζω?
-Όχι,δεν έχεις...Εκτός απο κάτι κατακόκκινα μαλλιά,δυο γκρίζα,διαπεραστικά μάτια,ένα αγγελικό πρόσωπο και ένα χαρισματικό κορμί,δεν νομίζω να έχεις τίποτα άλλο!σχολίασε ο άγγελος και έκλεισε το ημερολόγιο μπροστά του,βάζοντάς το ξανά στο συρτάρι.
Εκείνη χαμογέλασε και το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο.Απέφυγε να τον κοιτάξει αν και εκείνος ήταν αφοσιωμένος στο κουδούνισμα μιας μικρής σφαίρας που κρατούσε στο χέρι του.Επανήλθε μόνο όταν απο λάθος του,έριξε τη σφαίρα στο πάτωμα,κάνοντας διαπεραστικό θόρυβο.Η Νεφέλη ταράχτηκε και χώθηκε κάτω απο τα σκεπάσματα.
-Έλλη είσαι ξύπνια?
Η Νεφέλη κράτησε την ανάσα της και δεν μίλησε.Όταν σιγουρεύτηκε πως η αδερφή της είχε απομακρυνθεί,γύρισε ανήσυχη προς τον Άβελ.Εκείνος καθόταν ακόμα εκεί και η έκφρασή του συνέχιζε να είναι χαλαρή,όπως και πριν.Στριφογύριζε ακόμα τη σφαίρα στα δάχτυλά του και δε μιλούσε.Και παρότι η Νεφέλη τον κοιτούσε επίμονα,εκείνος δεν είχε τη διάθεση να μιλήσει.Έτσι ξάπλωσε στο κρεβάτι της ξανά και γύρισε πλευρό.Μετά απο αρκετή ώρα,ενώ ήταν έτοιμη να αποκοιμηθεί,ένιωσε τα δάχτυλά του να απομακρύνουν τα μαλλιά απο τα αυτί της και τη φωνή του να της ψιθυρίζει:
-Καληνύχτα αν κοιμάσαι.Θα σε δω ξανά σύντομα.
Η Νεφέλη άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε το πρόσωπό του πάνω απ' το κεφάλι της.
-Πότε θα με ξαναδεις?
-Ξέρεις τι Νεφέλη?Σκεφτόμουν πως εγώ θα μπορούσα αν ήθελα να στριφογυρνάω ολόκληρο το κόσμο στα δάχτυλά μου,όπως κάνω με αυτή τη σφαίρα.Αλλά τελικά κατάλαβα πως δεν είμαι τόσο ικανός να το κάνω.Αν ήταν όλοι τους τόσο έξυπνοι όσο εσύ,ίσως να μην υπήρχα καν.Αλλά η ζωή μου έχει νόημα,ακόμα κι αν είμαι ένα αγγελικό παραλήρημα.Η σφαίρα είναι ο κόσμος των αγγέλων για 'μενα και ο κόσμος των ανθρώπων για 'σενα.Και το κουδούνι σε αυτή τη σφαίρα είμαστε εσύ κι εγώ.Εμείς,οι δυο άσπρες κουκκίδες σε μαύρο φόντο.Δε βλέπεις ότι ξεχωρίζουμε τόσο πολύ?τη ρώτησε ζωηρά ο άγγελος.
-Όχι,δε βλέπω τίποτα.Δε ξέρω αν η ψυχή μου είναι τυφλή,αλλά δε μπορώ να δω.
Ο Άβελ τη τράβηξε όρθια απ' τα χέρια και χαμογέλασε τόσο πλατιά που η Νεφέλη έμεινε άφωνη.
-Κοίταξε τι όμορφη που είσαι!
-Είμαι.Και αυτό σε τι με ωφελεί?
-Όλους τους ωφελεί!Απλά όλοι φοβούνται να έχουν ένα τόσο όμορφο πλάσμα δίπλα τους.
-Το πιστεύεις αυτό Άβελ?
-Ο Θεός να με τιμωρήσει αν τολμούσα ποτέ να σου πω κάτι που δεν το πίστευα πραγματικά Νεφέλη.Είσαι υπερβολικά όμορφη.Παντού όμορφη.Πρέπει να το παραδεχτείς.
Σταμάτησε να μιλάει και κοίταξε τη κοπέλα απέναντί του.Τα χέρια της έτρεμαν μες στα δικά του και τα μάτια της τρεμοπαίζανε.Ο Άβελ φοβόταν να φανταστεί το λόγο.
-Λοιπόν,πρέπει να φύγω.Κι εσύ πρέπει να ξεκουραστείς.Είχες μια άσχημη μέρα.Μη ξεχνάς αυτά που σου 'πα,να τα θυμάσαι πάντα...Καλή σου νύχτα,τη καληνύχτησε και ανέβηκε στο παράθυρο να πετάξει.
Το κορίτσι όμως του κρατούσε το χέρι ακόμα σφιχτά και το βλέμμα της ήταν γεμάτο ικεσία.
-Μη φεύγεις,θέλω να μιλήσουμε,θέλω να 'μαι μαζί σου.Μη φεύγεις τώρα.Τώρα που κατάλαβα τι ρόλο έπαιζες στη ζωή μου...
Ο άγγελος κοντοστάθηκε μια στιγμή και ύστερα κατέβηκε απο το πεζούλι.
-Τι κατάλαβες Νεφέλη?Πες μου,μη μου κρύβεις τίποτα.
-Το 'χα χάσει...μουρμούριζε ακατάληπτα.
-Τι είχες χάσει?
Η κοπέλα ξέσπασε σε λυγμούς.Ο Άβελ τη τράβηξε δίπλα του.Μπορούσε να μαντέψει τι ήθελε να του πει,όπως επίσης μπορούσε να μαντέψει γιατί της ήταν τόσο δύσκολο να το πει.
-Νόμιζα ότι δε θα το βρω ποτέ...κι όμως,το βρήκα.Εκεί που δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα το βρω.
-Τι βρήκες?Κάτι που είχες και έχασες ή κάτι που απλά έψαχνες?
-Το είχα και δεν το ήξερα.
-Ποιό?
-Εσένα.
-Εμένα?
-Σ'αγαπάω.
-Κι εγώ σ'αγαπάω.
Η Νεφέλη αναστέναξε.
-Συγγνώμη.Νομίζω ότι δε ξέρω πια τι λέω....
Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του και σε μια στιγμή πλησίασε το πρόσωπό του,όμως εκείνος έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα χείλη τους και την εμπόδισε.
-Δεν μπορώ να το κάνω αυτό,της είπε αμήχανα.
-Τότε τι το ωραίο έχει το να είσαι άγγελος?Δε μπορείς να ερωτευτείς,δε μπορείς να ενωθείς με θνητό και είσαι υποχρεωμένος να τον προστατεύεις για όλη σου τη ζωή και να υποφέρεις μαζί του...Δεν θα ήθελα να είμαι άγγελος.
-Γιατί?τη ρώτησε απορημένος.
-Απο την ημέρα που κόψαμε τους δεσμούς μας με τη Γη,ως θρησκεία,έχουμε γίνει πολύ λογικοί,χρησιμοποιούμε την αριστερή πλευρά του εγκεφάλου.Έχουμε χάσει όμως κάτι στη πορεία.
-Δεν σε καταλαβαίνω...Τι θες να πεις με αυτό?
-Οι άνθρωποι πλέον σκέφτονται λογικά.Κάθε πόντος του εγκεφάλου τους λειτουργεί πυρετωδώς.Μην απορείς λοιπόν που ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι επανέρχονται στη πραγματικότητα,μετά απο μισό χρόνο ζωής.Αγάπη υπάρχει μόνο ανάμεσα στους ανθρώπους.
-Και πως κατέληξες εκεί?
-Οι άγγελοι απαγορεύεται να αγαπήσουν,έτσι δεν είναι?
-Κανένας δε μπορεί να μου απαγορεύσει να σε αγαπάω.
-Και πως εκδηλώνεται η αγάπη?Μόνο με τα λόγια?Αν ζεις μόνο για τα λόγια και αγνοείς τις πράξεις,τότε γιατί ζεις?Αν δεν μου δώσεις αυτό που θέλω,τότε θα σου ζητήσω αυτό που θέλουν οι συνάνθρωποί μου.
-Τι θέλεις λοιπόν?Θέλω να σε ακούσω.
-Πάντοτε είχα πρόβλημα με την αδικία,είτε είναι προσωπική,είτε εθνική,είτε παγκόσμια.Παντού στο κόσμο υπάρχει αδικία.Μπορείς να κάνεις κάτι για αυτήν?Εκατομμύρια κόσμος υποφέρει,είτε στο σώμα,είτε στη καρδιά και εσείς οι άγγελοι δε βλέπετε τίποτα.Τι κάνετε τότε?Δεν γίνεται απο ότι κατάλαβα όλοι οι άνθρωποι να έχουν έναν φύλακα άγγελο.Οι άνθρωποι που μαραζώνουν,δεν έχουν δικαίωμα να ζήσουν,να αντιληφθούν τι συμβαίνει γύρω τους,να παλέψουν γι'αυτό?...Επιλογή στις ανθρώπινες ζωές κάνετε,Άβελ?
Ο Άβελ τη κοιτούσε βουβός.Δεν ήξερε τι να της πει.Είχε δίκιο αλλά δεν είχε λόγια να της πει την αλήθεια.
-Αδικία δεν είστε εσείς οι άγγελοι Άβελ?Γιατί φυλάς εμένα και όχι εκείνον τον άνθρωπο που υποφέρει?φώναξε εξοργισμένη η Νεφέλη πηγαίνοντας κοντά στο παράθυρο.
-Αυτοί οι άνθρωποι θα βρούνε μια θέση στο Παράδεισο.
-Κι εγώ θα βρω μια θέση στον Παράδεισο,αλλά δεν πέθανα πριν καν κοιτάξω γύρω μου.Ούτε βρέθηκα ποτέ στη θέση να πεθαίνω απο την αδικία του κόσμου,έπεσαν τα λόγια της σαν καταπέλτης.
-Τι θέλεις Νεφέλη?Πες το ευθέως.
-Θέλω να εγκαταλείψεις εμένα και να φυλάξεις τον πρώτο άνθρωπο που θα βρεις μπροστά σου να υποφέρει.
-Μου ζητάς να σε εγκαταλείψω?
-Ναι,τώρα αμέσως.
-Σίγουρα δεν είναι αυτό που επιθυμεί η καρδιά σου.
-Όχι,δεν είναι αυτό...Πρέπει να φύγεις.Αλλιώς θα υποφέρεις.Αν άκουγα πάντα αυτό που μου έλεγε η καρδιά μου,ίσως να έκανα ένα πολύ μεγάλο λάθος τελικά.Αν μείνεις μαζί μου θα υποφέρεις.Και αν θες,αυτό θα στο ξαναπώ άλλες χίλιες φορές.Πήγαινε.Και σώσε αυτούς που σε χρειάζεται πραγματικά,όχι εμένα,του είπε η Νεφέλη και παραμέρισε απο το παράθυρο για να πετάξει ο άγγελος.
-Είναι η τελική σου απόφαση?τη ρώτησε εκείνος χαμηλόφωνα.
-Ναι.Φύγε.
-Μήπως θες να με ακολουθήσεις?τη ξαναρώτησε καθώς ανέβαινε στο πεζούλι του παραθύρου για να πετάξει.
-Όχι.Φύγε.
-Είναι η τελευταία σου ευκαιρία Νεφέλη,της υπενθύμισε ο Άβελ.
Ύστερα έφερε μπροστά του τη σπασμένη του φτερούγα και τράβηξε δύο φτερά,δίνοντάς της τα.Άφησε το χέρι της και άνοιξε τα φτερά του,πετώντας μακριά.
-Η τελευταία μου ευκαιρία...ψέλισσε η Νεφέλη σαν υπνωτισμένη και πάτησε πάνω στο πεζούλι.Άνοιξε τα χέρια της να πιάσει τη σκιά του που εξαφανιζόταν και παραπάτησε.
Το επόμενο πρωινό,ο άγγελος τη βρήκε νεκρή,πεσμένη μπρούμυτα πάνω στο γρασίδι της αυλής.Στο χέρι της κρατούσε ακόμα τα φτερά του και στη πλάτη της ξεπρόβαλλαν μεγάλες και δυνατές,δυό κάτασπρες φτερούγες.
Δεν έχουν υπάρξει στιγμές που έχεις βγει έξω με παράξενο styling και νιώθεις σαν καρνάβαλος που γύρισε απευθείας απο το Ρίο?Όταν τη μια μέρα ανοίγεις τα fashion editorials και βλέπεις ότι πλασάρονται τα γιλέκα,την επόμενη τα skate shoes και τη μεθεπόμενη τα παντελόνια βερμούδες,είναι λογικότατο να συνταιριάξεις τα στιλ εχμ...λίγο περίεργα!Φυσικά αν είσαι αρκετά τολμηρός και διαθέτεις εκλεκτικό γούστο,θα είναι δύσκολο έως αδιανόητο να καταλήξεις γελοιοποιημένος στο κελί της fashion police.Χμμ...Έτσι νομίζεις!
Τη τελευταία δεκαετία που διανύουμε,το fashion labeling είναι τόσο ευρέως διαδεδομένο που πλέον περπατάμε αμέριμνοι στα μπαράκια στο Γκάζι και αναφωνούμε με απίστευτη ευκολία:emo!indie!bohemian!classic!Όταν ο καλπασμός της μόδας σου θυμίζει τα αποτελέσματα του Τσουνάμι,μάλλον -επιτέλους!- βρήκα τον άνθρωπο που με καταλαβαίνει!Αν έχεις γεννηθεί συγκεκριμένα στη δεκαετία του 70,θα είσαι αρκετά μεγάλος έως έμπειρος να συγκρίνεις και να εντοπίσεις την ανακύκλωση της μόδας.Τίποτα δε πάει άχρηστο,ε?Φέτος επιστρέφουμε πανηγυρικά στα 70s και στα late 80s όπου οι ροκάδες είχαν πάθει παροξυσμό και κάνανε ένα με το δέρμα τους τρουκ και αρβύλες.Πέρσι,ζούσαμε στους ξέφρενους ρυθμούς των glam 80s,γεμίζοντας τον κόσμο με blue,purple and pink και μόνο το "stayin' alive" και η ντισκόμπαλα ήταν τα μόνα ελλιπή κομμάτια στο ημιτελές 80s σκηνικό.
Αυτό που κάνει τη μόδα σήμερα βαρετή και προβλέψιμη,είναι το stock.Μετάφραση:Ό,τι μένει στην αποθήκη για καιρό,βρίσκω την ευκαιρία,τραβάω το σεντόνι που το άφηνε ξεχασμένο και σκονισμένο σε ένα παλιό κασόνι και το αποκαλύπτω σαν να είναι ένα ιερό κειμήλιο που φύλαγε η γιαγιά μου.Βουαλά!Κι εσύ με τη σειρά σου αναρωτιέσαι:Μα ΠΟΤΕ θα βγει ξανά στη μόδα το πράσινο?Kαι αφού οι μπότες μου είναι demonde,γιατί να τις φορέσω?
Λοιπόν σύντεκνε κοίταξε να δεις...Θα ξημερώσει και για εσένα αυτό το ηλιόλουστο πρωινό που πριν ετοιμαστείς για τη δουλειά ή τη σχολή και πιθανόν φορέσεις ότι βρεις μπροστά σου θα ανάψει ένα λαμπάκι πάνω απο το κεφάλι σου.Guess what...Δεν υπάρχει fashion labeling!Και μη δοκιμάζεις ρούχα κλειδωμένος μέσα στη ντουλάπα.Δεν υπάρχει ούτε fashion police.Υπάρχουν μόνο άνθρωποι με αυτοπεποίθηση.Όσο κι αν νιώθεις μερικές στιγμές ότι η μόδα σε εξουσιάζει,κανένα ρούχο δε σε φοράει.Εσύ το φοράς.Και αν είσαι demonde και μπανάλ για κάποιους,μην απελπίζεσαι με τον εαυτό σου και έλα να σου σφυρίξω κάτι στο αυτί...Με το νέο νόμο μπορείς να συλλάβεις τους fashion policemen και να τους κλείσεις στα νοητά κελιά τους.ΞΕΒΡΑΚΩΤΟΥΣ. ;)